Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΣΥΓΚΛΗΣΗ Β ΕΤΗΣΙΑΣ ΕΚΛΟΓΟΑΠΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΩΝ





Συνάδελφοι

Με την πιο κάτω επισυναπτόμενη ανακοίνωση σας ενημερώνουμε ότι σύμφωνα με το καταστατικό της Ένωσης, το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε την διενέργεια εκλογοαπολογιστικής συνέλευσης .
Για τον σκοπό αυτό οι συνάδελφοι που επιθυμούν να θέσουν υποψηφιότητα, να το δηλώσουν ενυπογράφως, στέλνοντας σχετική αίτηση, στην οποία να αναφέρουν με σαφήνεια το όργανο στο οποίο θέτουν υποψηφιότητα.
Η αποστολή της αίτησης να γίνει μέχρι την αναφερόμενη ημερομηνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο email: electrologoiypa@gmail.com.
Για οποιαδήποτε πληροφορία, μπορείτε να επικοινωνήσετε με Πρόεδρο ή με τον Γενικό Γραμματέα στα αναφερόμενα τηλέφωνα.




Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Έχουμε εχθρούς ή δεν μπορούμε να ελέγξουμε τους κακούς μας εαυτούς;




Είναι γεγονός, και όχι αδικαιολόγητα, πως το παιχνίδι της ζωής έχει περισσότερους υποψηφίους παρά νικητές. Στον αγώνα της ζωής ο καθένας από εμάς αφιέρωσε μεγάλη προσπάθεια και προετοιμασία, σε σπουδές, σε πολυετή εργασία, σε κοινωνική και συνδικαλιστική δράση. Κάποτε έρχεται η ώρα που πρέπει να θερίσει ότι έσπειρε.
Όπως στην ζωή λοιπόν έτσι και σε ένα μέρος αυτής τον συνδικαλισμό οι νίκες και οι ήττες είναι υπαρκτά φαινόμενα, τα οποία όμως είναι καλό να τα αναγνωρίζουμε, να τα μελετούμε και με βάση αυτά να χαράζουμε τις επόμενες κινήσεις μας.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αντιληφθούμε ότι για κάθε αποτέλεσμα η ευθύνη βαρύνει όλους εμάς, διότι εμείς είμαστε αυτοί που αποφασίσαμε να αγωνιστούμε με τον όποιο τρόπο για την επίτευξη του στόχων μας.
Το αποτέλεσμα των δράσεών μας είναι ανάλογο της συμπεριφοράς μας, της δουλειάς την οποία κάναμε για να πείσουμε όλους αυτούς που μας διοικούν και μας εξουσιάζουν και του συλλογικού και ενωτικού μας αγώνα, που για κάποιους λόγους μέχρι σήμερα δεν κατορθώσαμε να τον φανερώσουμε και να τον κάνουμε πράξη.
Σε κάθε συνδικαλιστικό αγώνα, είμαστε αντιμέτωποι με τα προβλήματα που κυριαρχούν στην εργασιακή  ζωή μας και τα οποία αποφασίζουμε συλλογικά να αντιμετωπίσουμε. Οι εχθροί μας λοιπόν είναι τα προβλήματα και με αυτά αποφασίζουμε να συγκρουστούμε. Ο αγώνας που καλούμαστε να κάνουμε είναι πρώτα και κύρια με τους εαυτούς μας, αλλά και με τις λύσεις που έχουμε επεξεργαστεί και αποφασίσει.
Οι συμπεριφορές μας όμως στην πορεία αυτή κινούνται ανεξέλεγκτα, χωρίς τον ανάλογο αυτοέλεγχο. Αυτή είναι η κύρια αιτία που μας εκτρέπει από τον στόχο και στην ουσία μας σαμποτάρουν, αφού δεν μας αποσπούν μόνο από την επιτυχία αλλά μας προστατεύουν και από την καταστροφή.
Προσπαθούμε κάθε φορά με τον τρόπο μας και την εν γένει πρακτική μας να  εκτρέπουμε την συνείδησή μας από αυτό που θέλουμε και παθητικά με την στάση μας αποδεχόμαστε και βάζουμε μπροστά αυτά που φοβόμαστε.
Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρόκληση, το μυαλό μας έχει έναν μηχανισμό που προσπαθεί να προστατέψει την αυτοεκτίμηση και το είναι μας.
Όταν λοιπόν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα αποτελέσματα που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως επιτυχή, τότε μπορούμε αυτό να το αιτιολογήσουμε με δύο τρόπους:
1. Να συμπεράνουμε πως εξαπατηθήκαμε, αφού πιστέψαμε στις υποσχέσεις που λάβαμε, ή ότι οι ικανότητες μας είναι ανεπαρκείς ή  ο όλος σχεδιασμός ήταν λανθασμένος και
2. Να βρούμε ή να κατασκευάσουμε μια βολική δικαιολογία, προκειμένου να σκεπάσουμε τους πραγματικούς λόγους της μη επιτυχίας.
Όμως, ο συγκεκριμένος μηχανισμός άμυνας έχει μια πιο σκοτεινή πλευρά.
Αν ο φόβος της απόρριψης γίνει πολύ δυνατός, ξεκινάμε να δημιουργούμε δικαιολογίες ακόμη και πριν αποτύχουμε.
Ωστόσο δεν υπάρχει διαμορφωμένο οριστικό αποτέλεσμα που μπορεί να χαρακτηριστεί ως αποτυχία γι’ αυτόν που δεν έχει απολέσει το κουράγιο του, τον χαρακτήρα του, τον αυτοσεβασμό του, την αυτοπεποίθησή του, την αγωνιστική του διάθεση.
Γιατί το μεγαλύτερο ποσοστό των αποτυχιών οφείλονται σε ανθρώπους που έχουν ως άλλοθι και βασική συνήθεια πάντα να εφευρίσκουν δικαιολογίες.
Ένας άνθρωπος που δίνει αγώνα μπορεί να έχει και  αποτυχίες, αλλά δεν είναι και δεν πρέπει να θεωρηθεί αποτυχημένος μέχρι τη στιγμή που θα αρχίσει να κατηγορεί κάποιον άλλον.
Οι δικαιολογίες όμως χρειάζονται για άλλον λόγο, διότι μας επιτρέπουν να προσπεράσουμε τις όποιες αποτυχίες, όταν είναι απαραίτητο και κυρίως να δούμε με μια πιο αισιόδοξη ματιά την όλη κατάσταση, οπότε να προσπαθήσουμε ξανά.
Όπως κάθε επιτυχία δεν πρέπει να έχει φωτοστεφανωμένους, έτσι και κάθε αποτυχία δεν πρέπει να κρύβει εχθρούς. Κι αυτό γιατί και η επικράτηση ή η αντιμετώπιση των εχθρών θα πρέπει να είναι ενταγμένη μέσα στον γενικότερο σχεδιασμό του αγώνα. Άρα η αποτυχία μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει εχθρό μόνο ως αίτιο που όμως του επετράπη είτε με ανοχή είτε με αδιαφορία, να παρέμβει και να κυριαρχήσει μηδενίζοντας ή ελαχιστοποιώντας τα επιχειρήματά μας και όχι ως βασικός συντελεστής του αποτελέσματος.
Το μυστικό της κάθε επιτυχίας είναι να αγωνίζεσαι, να λες πολύ λίγα να υπόσχεσαι ακόμη λιγότερα και στο τέλος να παραδίνεις πολλά περισσότερα.
Η επιτυχία δεν μετριέται απ’ αυτό που έχουμε κερδίσει, αλλά από την αντίσταση που συναντήσαμε και από την δύναμη που διαθέσαμε στη μάχη απέναντι στις αμέτρητες δυσκολίες που συναντήσαμε και καταφέραμε τελικά να αντιμετωπίσουμε.
Με αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, φαίνεται να μην έχουμε αντιληφθεί ότι ο κόσμος αλλάζει, οι εργασιακές συνθήκες ανατρέπονται, δουλειές βρίσκονται σε εργασιακή ανασφάλεια, αλλά οι δράσεις μας ως συνδικαλιστικό κίνημα, έχουν μείνει ακόμα  στην εποχή των παχιών αγελάδων, των συντεχνιακών των κλαδικών διεκδικήσεων και γιατί όχι των κομματικών σκοπιμοτήτων. Πιστεύουμε εύκολα κάθε εξαγγελία και περιμένουμε απαθείς και πλήρως αδρανοποιημένοι την υλοποίηση κάθε υπόσχεσης.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι κυρίαρχος και αδιαπραγμάτευτος στόχος του συνδικαλιστικού κινήματος είναι η υπεράσπιση και η διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Κάθε παρέκκλιση από αυτό τον στόχο   οδηγεί μοιραία στην απαξίωση του συνδικαλιστικού κινήματος. Επειδή αυτό θέλω να πιστεύω ότι δεν υπάρχει ούτε ως σκέψη πολλώ δε μάλλον ως πρακτική, τότε τίποτε δεν χάθηκε. Το μόνο που χάθηκε πραγματικά είναι ο χρόνος και η  δράση για την επίτευξη του στόχου.
Όσο το συνδικαλιστικό κίνημα θα παραμένει προσηλωμένο σε λαθεμένες αντιλήψεις του παρελθόντος και δέσμιο στα χέρια παραγόντων, ή κομματικών εντεταλμένων, τότε το αδιέξοδο θα συνεχίζεται. Τότε ο φόβος θα προσπαθεί να βγει μπροστά και να ελέγξει την συνείδησή μας, την αυτοτέλειά μας, την διάθεσή μας για αγώνα και δικαίωση.
Ένας  συνδικαλισμός χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες, αντιπροσωπευτικότητα, συμμετοχή και κυρίως χωρίς έμπρακτο αγώνα έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί με σιγουριά σε φαινόμενα παρακμής και σήψης.
 Σε ένα θολό τοπίο, όπως αυτό που έχει διαμορφωθεί σήμερα η αγανάκτηση και ο θυμός συμβαδίζουν με τον φόβο. Είναι επικίνδυνο και συνάμα θλιβερό να υποστηρίζουμε ότι ο φόβος θα μας κυριαρχήσει και θα «κάτσουμε στα αυγά μας», θα γίνουμε καλά παιδιά και θα συμμορφωθούμε προς τις έμμεσες υποδείξεις αυτών που μας διοικούν και ασκούν εξουσία.
Στο χέρι μας είναι να αναδείξουμε το συγκριτικό μας πλεονέκτημα, τη δύναμή μας και με αυτή να πορευτούμε μέχρι την οριστική εκπλήρωση των στόχων και των επιδιώξεών μας.
Οι εχθροί μας συνεπώς είναι τα προβλήματά μας και οι κακοί και ανεξέλεγκτοι εαυτοί μας, και αυτά καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και μάλιστα τώρα.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

Η ανοχή δεν πρέπει να καταλήξει σε συνενοχή.



Με σκεπτικισμό, έντονο προβληματισμό, αλλά και εκνευρισμό παρακολουθούμε τα όσα συμβαίνουν το τελευταίο χρονικό διάστημα στην υπηρεσία μας. Όχι απαθείς, ούτε όμως και βιαστικοί για το επόμενο βήμα.
Κάποιοι, οι οποίοι δυστυχώς είναι πολλοί, εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να ασελγούν στο κουφάρι της ΥΠΑ και κάνουν ότι μπορούν να περιορίσουν και το έργο της αλλά κι την αποστολή της.  
Κάποιοι άλλοι αισθανόμενοι ότι ανήκουν στις εξαιρέσεις, ευκολόπιστοι στις υποσχέσεις, προσπαθούν να ασχολούνται με θέματα που φαίνονται πολύ ωφέλιμα, αλλά δεν εγγυώνται σταθερότητα, ανάπτυξη και βιωσιμότητα της Υπηρεσία μας.
Βασική επιλογή όλων είναι η  μη σύγκρουση, αφήνοντας σοβαρά θέματα που έχουν να κάνουν με την λειτουργικότητα και την αποτελεσματικότητα της Υπηρεσίας μας, κάτω από το χαλί.
Ακολουθούν τον δρόμο της υπομονής, προσδοκώντας σε κάτι καλό για όλους, χωρίς ωστόσο αυτό να προδιαγράφεται και να διασφαλίζεται χρονικά.
Προχωρούν στον μονόδρομο της ελπίδας έτσι όπως αυτοί τον διαμόρφωσαν, προσπερνώντας τα υπαρκτά εμπόδια που βάζουν φρένο στην λειτουργία και την ανάπτυξη της Υπηρεσίας,  χωρίς να ακούν όλους τους ήχους που εκπέμπονται και πολλοί από αυτούς με εκκωφαντικό τρόπο, χωρίς να κοιτάζουν και να βλέπουν αυτά τα ευτράπελα και ιδίως τα παράνομα που συμβαίνουν γύρω τους.
Η υπομονή, ανοχή, είναι αρετή και συνάμα ευθύνη για όποιον την κατέχει.
Πολλοί λένε ότι η υπομονή είναι η τέχνη της ελπίδας, αρκεί αυτή να διαθέτει τους κανόνες της και πολύ περισσότερο να έχει διαμορφωμένα τα όριά της.
Αν όμως εξαντληθεί ο χρόνος της και αν αυτή πάει πολύ μακριά, ακουμπά τα όρια της δειλίας. Δεν θα ήθελα όμως να πιστέψω ότι μπορεί να εκτραπεί και στα σκοτεινά μέρη της συναλλαγής.
Σε πολλές των περιπτώσεων όμως και η ανοχή είναι συνώνυμη του συμβιβασμού ή της  αδιαφορίας. 
Αυτή η ανοχή όμως είναι ένοχη. Και αυτό γιατί κάθε πράξη ή απραξία καταλήγει σε αποτέλεσμα.
Στην περίπτωση αυτή το θράσος με την ανοχή αποθρασύνεται και τότε γίνεται αυτό που λέγεται και είναι παρανομία.
Τότε είναι που οι συνδικαλιστικοί και οι ελεγκτικοί φορείς πρέπει να δράσουν και να απαιτήσουν από το κράτος να παρέμβει.
Αυτό όμως όταν δε γίνεται ή όταν δεν εισακούονται, τότε το κράτος αποδεικνύεται αδύναμο, αν όχι ανύπαρκτο, για  να προστατεύσει τα συμφέροντα του Δημοσίου, τους υπαλλήλους,  και τότε ο φόβος και η ανασφάλεια εδραιώνονται, αφού το εργασιακό αντικείμενο εκχωρείται και μάλιστα παρανόμως. Τότε είναι που η κλεψύδρα του χρόνου του εργασιακού μέλλοντος αρχίζει να κυλά.  
Ως άνθρωποι είμαστε πλασμένοι για να αντέχουμε και αντέχουμε πολλά. Από την άλλη η αντίσταση στη φθορά και την αλλοτρίωση, το σθένος της αντιμετώπισης αντίξοων καταστάσεων και η καρτερία, προσδίδουν στην ανοχή μια βαρύτητα και μια διαχρονικά ευρύτατη παρουσία στην ζωή του ανθρώπου.
Η πραγματικότητα σήμερα προκαλεί με ποικίλους τρόπους την αντοχή μας και μάλιστα καίρια, γιατί έρχεται ως ώριμο έργο, έτοιμο να επιδράσει και να μας επηρεάσει και που πολλές φορές δείχνει να έχει χάσει το όριο της ανοχής και να πιέζει σχεδόν αφόρητα το ζήτημα της αντοχής.
Πολλά πράγματα ενώ είναι αποσαφηνισμένα και πλήρως οριοθετημένα εν τούτοις κάποιοι εντέχνως προσπαθούν να τα παρουσιάσουν διαφορετικά, δημιουργώντας έτσι ανεξήγητη αναστάτωση, αλλά και τετελεσμένα γεγονότα.
Κάποιοι δεν αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν στο όνομα της οικονομικής ανέχειας της Υπηρεσίας μας, η οποία όμως είναι αποτέλεσμα λαθεμένων πράξεων, να ενδίδουν στις όποιες παράνομες αξιώσεις ενός ανθρώπου που δείχνει να μην νοιάζεται για το κατρακύλισμα της Υπηρεσίας μας.
Είναι πλέον γεγονός ότι δεν ιδρώνει κανενός το αυτί για θέματα και ζητήματα που άπτονται της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και της αποτελεσματικής λειτουργίας της υπηρεσίας, που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη της Υπηρεσίας μας. Η Υπηρεσία μας δεν είναι δομημένη να λειτουργεί με χρήση αυτόματου πιλότου ή με την βοήθεια πάντα του μεγαλοδύναμου. Η εξασφάλιση των ελάχιστων πιστώσεων για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της είναι η πρώτη προτεραιότητα που πρέπει να απασχοληθεί όλους αυτούς που κρατούν το πηδάλιό της.
Η μέθοδος της ζητιανιάς ή της  εκχώρησης αρμοδιοτήτων, είναι πράξεις ποινικά κολάσιμες και πρέπει αυτοί που τις προτείνουν αλλά και αυτοί που δέχονται να τις υλοποιήσουν να γνωρίζουν ότι αναλαμβάνουν ευθύνες πέρα από το υπερεσιακό τους μπόι και τα καθήκοντά τους.
Οι «λύσεις» που βρίσκουν είναι βλαπτικές και ζημιογόνες για την Υπηρεσία και το Δημόσιο. Χωρίς δημιουργική σκέψη, χωρίς συναδελφική αλληλεγγηύη, με αυξημένα τα αισθητήρια της πονηριάς και της δόλιας συμπεριφοράς καταλήγουν σε αβάσιμα συμπεράσματα που είναι εκτός πραγματικότητας και χωρίς ενδεχομένως να το συνειδητοποιούν εκχωρούν αρμοδιότητες που ανήκουν στην ΥΠΑ στον παραχωρησιούχο.
Με έντεχνο τρόπο προσπαθούν να συρρικνώσουν την Υπηρεσία μεταβιβάζοντας εμμέσως με το έτσι θέλω και παρανόμως την αρμοδιότητα της τεχνικής υποστήριξης της αεροναυτιλίας στον παραχωρησιούχο στα 14 αεροδρόμια.
Θέλουν να πιστεύουν ότι όταν όποιος  δείχνει ανοχή, διαθέτει  απεριόριστη ανεκτικότητα.
Με την στάση τους και την εν γένει πρακτική τους δείχνουν να μην γνωρίζουν ότι  η ανοχή φτάνει στα όριά της,  και  τότε ακούγεται, ήδη αρχίζει να εκδηλώνεται, το «φτάνει πια δεν το ανεχόμαστε άλλο, ή το  «φτάνει πια δεν αντέχουμε άλλο. Τότε είναι που συναντιούνται η ανοχή και η αντοχή.  Η ανοχή και η αντοχή έχουν όρια  που ενίοτε εξαντλούνται,  γιατί εξαντλείται η υπομονή που απαιτείται και στις δυο περιπτώσεις.
Τότε είναι η κατάλληλη στιγμή που πρέπει να γίνει η πιστή εφαρμογή της ανοχής, ανοχής με τη βολταιρική έν­νοια. Και αυτό σημαίνει στάση δυναμική και δεκτική ταυτόχρονα, στάση που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε συνειδητοποιημένο και  ώριμα σκεπτόμενο κοινωνικοποιημένο άνθρωπο.
Γνωρίζουν, θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι ανεκτικοί δεν σπαταλούν τις λέξεις για να δείξουν την αξία τους, την ευαισθησία τους, τη δύναμή τους.
Γνωρίζουν επίσης ότι οι υπομονετικοί άνθρωποι δεν είναι βλάκες. Δεν υστερούν σε εξυπνάδα, πονηριά κι ευθύτητα. Δεν ξεγελιούνται με ταξίματα και υποσχέσεις που πίσω τους έχουν ουρές και σέρνουν υποχρεώσεις και ιδίως ομηρία και ανασφάλεια. Ζυγίζουν τα λόγια τους κι όταν αναγκαστούν να τα πούν θα έχει εξαντληθεί κάθε ίχνος υπομονής.
Η λελογισμένη ανοχή, είναι πράγματι ένα από τα χαρακτηριστικά της δημοκρατικής συμπεριφοράς, αναγκαία στην κοινωνία.  
Εξυπακούεται βέβαια πως μια τέτοια δυναμική ανοχή, για να γίνει βάλσαμο κάθε κοινωνικής πληγής, πρέπει να είναι αμοιβαία. Χωρίς το στοιχείο της αμοιβαιότητας, η ανοχή γίνεται δραματικό θεατρικό έργο με δύο πρόσωπα, που το ένα παίζει το ρόλο του θύτη και τ' άλλο το ρόλο του θύματος.

H αντοχή πάλι, σωματική και ψυχική, είναι δώρα στον άνθρωπο για να αντεπεξέλθει στα δύσκολα.  Όμως και η ανοχή και η αντοχή έχουν όρια που όταν  προκαλούνται ή γίνεται υπέρβασή τους, τότε  αναγκαστικά ακολουθούν οι συνέπειες, τότε είναι που η λογική και το αίσθημα ευθύνης  επικρατεί και κυριαρχεί όλους μας κι αυτό γιατί δεν πρέπει να καταλήξει σε ενοχή και σε συνενοχή.

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Παραδινόμαστε.....


Οδεύουμε προς παράδοση.
Σε λίγες ώρες ή μέρες θα διαβιβαστεί η σχετική εντολή προς τους αερολιμενάρχες των προς παράδοση αεροδρομίων για την προετοιμασία της παραλαβής παράδοσης.
Χτυπημένοι από το εντέχνως «αναγκαίο καλό» όχι για τίποτε άλλο, αλλά για την διόρθωση της οικονομίας μας ρε γαμώτο και ζαλισμένοι από τα «καλά λόγια» για την πολύχρονη προσφορά μας και τις ποικιλόμορφες διαβεβαιώσεις για την παραμονή μας, με μια ακαριαία επιθανάτια φώτιση, παραδινόμαστε σε άλλα χέρια εκλιπαρώντας και ευχόμενοι όλοι να έχουμε ένα ανώδυνο τέλος.
Ο κόσμος μας όμως είναι πλέον σαφές διαταράσσετε και γίνεται ευάλωτος σε κάθε κρίση, όχι προφανώς εξαιτίας αυτών που σκέφτηκαν και τελικά κάνουν το «κακό», αλλά εξαιτίας όλων μας που τους κοιτάζουμε επίμονα, ενίοτε δαιμονισμένα, χωρίς όμως να κάνουμε κάτι άλλο πιο ουσιαστικό.
Θα μου πείτε και αν κάναμε κάτι, τι μπορούσαμε να πετύχουμε; Δεν θα διαφωνούσα μαζί σας. Επί της ουσίας και σε ότι αφορά το αποτέλεσμα δεν θα είχαμε έτσι ή αλλιώς αυτό που θα θέλαμε συνολικά και ιδίως συλλογικά.
Πολλά θα μπορούσαν όμως να γίνουν αρκεί να το είχαμε πιστέψει. Να πιστέψουμε ότι μας αξίζει καλύτερη αντιμετώπιση, ότι είμαστε ικανοί να διατηρήσουμε αυτά που με κόπο, πόνο και ιδρώτα υπηρετήσαμε, αρκεί να επικεντρώναμε τη συνείδηση μας σε ότι επιθυμούσαμε σε κάθε τι εφικτό, λογικό και ρεαλιστικό και όχι σε αυτά που μας γέμιζαν φόβους.
Γιατί όταν φοβόμαστε επικεντρώνουμε τη συνείδηση μας στην έλλειψη, την μιζέρια και αυτό βιώνουμε τώρα.
Ο τρόπος που συνειδητοποιούμε, που βλέπουμε, που μεταφράζουμε, που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα δημιουργείται βασικά από τις σκέψεις μας, η οποία ενεργοποιείται από τα συναισθήματά μας και την εστίαση της προσοχής και της συνείδησής μας.
Κάτι όμως θα έπρεπε να κάνουμε για την τιμή των όπλων μας, για την επίτευξη του συλλογικού μας σκοπού, για το ξεσκούριασμα της δύναμής μας, για την αναπαράσταση της επαναστατικότητάς μας, για την ανάδειξη και την προστασία της προσφοράς μας, για την προστασία της αξιοπρέπειάς μας.
Η δράση μόνο με λεκτικές επαναστάσεις και με δικαστικές διεκδικήσεις το τι μπορούν να καταφέρουν και μέχρι ένα βαθμό το κατάφεραν είναι, ο κόσμος να περιμένει απαθής και άβουλος περιμένοντας το μοιραίο.
Η παρακολούθηση και η αναπαραγωγή ειδήσεων μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τα θέματα που μας αφορούν και μας απασχολούν μας τονώνει στιγμιαία το ηθικό μέχρι τη στιγμή που θα πατήσουμε το like και μετά τι;
Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια εποχή δύσκολη, χωρίς ελπίδα, χωρίς φως, ανήμποροι να υλοποιήσουμε τις επιθυμίες μας και όλα αυτά που θα θέλουμε να κάνουμε, αλλά κάποιοι πολύ έντεχνα μας έφραξαν το δρόμο.
Η αβεβαιότητα, το άγχος και ο φόβος μας διέπουν. Το τι θα συναντήσουμε στο επόμενο βήμα, πάντα θα είναι κάτι το απρόβλεπτο κάτι το επίφοβο. Πάντα οι συνέπειες θα είναι αυτές που θα μας κρατούν πίσω. Είτε για τις σωστές, ( θα ήθελα πράγματι να μάθω ποιες είναι) είτε για τις λάθος επιλογές μας.
Μας διακατέχει όλους ένας έντονος και διαρκής φόβος για την επομένη μέρα και σε συνδυασμό με τον εφησυχασμό που μας σερβίρεται ποικιλοτρόπως και μη έχοντας άλλη λύση, τον αποδεχόμαστε. Τόσο ο φόβος όσο και ο εφησυχασμός σε κοινή δράση και συμπόρευση μας αποτρέπουν να αντιδράσουμε, φράζοντας έτσι τον δρόμο του αγώνα μας. 
Ανήμποροι να προγραμματίσουμε τις επόμενες κινήσεις μας, ( αν διαθέτουμε κάτι τέτοιο) περιμένουμε τις κρυφές και αινιγματικές προθέσεις των «αντιπάλων» μας.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως λαμβάνοντας υπόψη και τον περίγυρό μας ότι, η εργασιακή μας ζωή και ύπαρξη, μια φορά μας δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ' αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ.
Σε μια τέτοια εποχή που βιώνουμε ξεχάσαμε το ρόλο μας.
Ενδεχομένως κάποιες εξωγενείς δυνάμεις που δείχνουν ότι θέλουν το καλό μας να μας οδήγησαν προς τα εκεί. Με μεθοδικότητα δεν μας επιτρέπουν να σκεφτούμε διαφορετικά, να αγωνιστούμε συλλογικά, να έχουμε όνειρα και να τα διεκδικούμε αγωνιζόμενοι με κάθε κόστος.
Άθελα μας γίναμε μαχητές μόνο του λόγου και αδρανείς στην πράξη. Ενδεχομένως η «καλοπέραση» και η κούραση  τόσων χρόνων να μας καθήλωσε στις αναπαυτικές καρέκλες της αδράνειας.
Δεν είχαμε ρεαλιστικό σχεδιασμό για την προληπτική αντιμετώπιση των δύσκολων πράγματι καταστάσεων που βιώνουμε.
Δεν υπολογίσαμε σωστά τον αντίπαλο, που δεν ήταν άλλος από τον ίδιο μας τον εαυτό. Αφού αυτός μας κράτησε σε καταστολή, ή πιο σωστά  μας έπεισε για την τακτική που ακολουθήσαμε, αφού αυτός είδε τα συμβαίνοντα σήμερα με «άλλη ματιά», τα ζύγισε αλλιώς τα μέτρησε και τα αξιολόγησε, έτσι όπως «βόλευε».  
Μπορεί μέσα από αυτές τις δυσκολίες να χάσαμε τον εαυτό μας, να αλλάξαμε την πορεία μας, να ξεχάσαμε τι θέλουμε και ακόμα ποιοι είμαστε και εμείς οι ίδιοι.
Μια σημαντική λεπτομέρεια όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ. Να είμαστε πάνω από όλα άνθρωποι. Άνθρωποι με λογική, με φιλότιμο, με αξιοπρέπεια και αυτονομία και όχι μηχανές. Όχι πρόβατα, όχι ρυθμισμένα ρομποτάκια υποταγμένα και προγραμματισμένα να εκτελούν αδιαμαρτύρητα την οποία εντολή τους δοθεί.
Είμαστε άνθρωποι με καρδιά, με ψυχή, με δύναμη. Μια καρδιά που έχει αισθήματα και νιώθει, μια ψυχή που λαχταράει να ζήσει χιλιάδες πράγματα, με μια δύναμη που δεν αντιληφθήκαμε ακόμη το μέγεθός της και την αφήνουμε ανενεργή. Και πρέπει να εκφράζουμε αυτά τα αισθήματα, να ενεργοποιήσουμε τις δυνάμεις μας και να μην αφήνουμε στην μοίρα τους τα σημαντικά που μας καθορίζουν την ιστορία μας, την συμβολή μας, την υπόστασή μας.
Θα υποστούμε πολύ σύντομα μια εξαιρετικά βίαιη αλλαγή. Πολύ απότομα, μέσα σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα η εργασιακή ασφάλεια βρέθηκε αντιμέτωπη με την αβεβαιότητα. Δεν προλάβαμε ή δεν θελήσαμε να αντιδράσουμε οργανωμένα και μονιασμένα.
Ακόμη και σήμερα κάποιοι θεωρούν τους εαυτούς τους στις εξαιρέσεις του κανόνα. Κάποιοι άλλοι κουρασμένοι και εξουθενωμένοι από την δύσκολη πράγματι αυτή κατάσταση δεν άντεξαν να διαχειριστούν όπως θα έπρεπε την κατάσταση και με τον τρόπο τους παρακολουθούν τις εξελίξεις παρεμβαίνοντας όποτε αυτοί κρίνουν σκόπιμο.
Είναι σίγουρο ότι με τις ετσιθελικές συμπεριφορές μας, τις κινήσεις που επιλέχτηκαν και ήταν έξω από τον δρόμο της ενότητας, με τις εμμονές μας, συμβάλλαμε στο να διαταράξουμε την συλλογικότητά μας, την αλληλεγγύη, την συναδελφικότητά μας.
Έχοντας ως βασικό σύμμαχο την αδράνεια και τον εφησυχασμό μας δεν προλάβαμε να συγκρατήσουμε τίποτα απ’την εργασιακή μας ζωή η οποία περνά και χάνεται αστραπιαία από μπροστά μας.
Θα αρχίσουμε σιγά- σιγά να χάνουμε και την μνήμη μας και χωρίς μνήμη θα είμαστε απόκληροι ξεσπιτωμένοι, ανίκανοι να αφηγηθούμε ακόμα και τη ζωή μας.
Εμείς τελικά δημιουργούμε το μέλλον μας.
Η ευτυχία μας εξαρτάται από τις σχέσεις μας και οι σχέσεις εξαρτώνται από την αγάπη και την εκτίμηση που έχουμε στον εαυτό μας.
Μην ψάχνουμε αλλού την αιτία αυτής της ανίατης ασθένειάς μας, μιας αποτυχημένης σχέσης πρώτα και κύρια με τον εαυτό μας. Όλα βρίσκονται μέσα σας στα περιοριστικά σας πιστεύω, τα πιστεύω που μας προγραμμάτισαν και μας γαλούχησαν, τα οποία δεν ανακαλύψαμε και έτσι δεν αλλάξαμε.
Οι σχέσεις μας ήταν σε πλήρη εξάρτηση από το πώς εμείς βλέπαμε και μεταφράζαμε τα γεγονότα και όχι όπως αυτά ήταν στην πραγματικότητα.
Τα πάντα ήταν σε αντιστοιχία με την εικόνα που θέλαμε να έχουμε για τον εαυτό μας.
Η μόνη αλήθεια είναι ότι είμαστε πνεύματα ψυχές γεμάτες φως με άπειρες δυνατότητες.
Οτιδήποτε άλλο είναι ψεύτικο είναι δημιούργημα του εγώ μας, είναι περιοριστικό μας πιστεύω είναι περιοριστικό πρόγραμμα που τις περισσότερες φορές είναι ασυνείδητο.
Η δύναμη και η αλήθεια βρίσκονται πάντα μέσα μας, και συνειδητοποιούμε ότι μόνο όταν αποδεχθεί μια κατάσταση θα μπορέσουμε να την στηρίξουμε ή να την αλλάξουμε. Η αυτοπεποίθηση και η αποδοχή του εαυτού μας είναι πράγματα πολύ σημαντικά για να νιώθουμε ισορροπημένοι και να πορευόμαστε με μια σχετική σιγουριά. Στις όποιες αντιξοότητες της ζωής μας, όσο άνευ σημασίας κι αν φαίνονται, έχει ο καθένας μας στον τομέα του στιγμές αυτοπεποίθησης, που συχνά υποτιμά, δεν αναγνωρίζει, δεν πιστεύει σ’ αυτές.
Όταν η αυτοπεποίθηση είναι καθηλωμένη στα χαμηλότερα επίπεδά της δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι η «τύχη» μας εξαρτάται μόνο από μας και περιμένουμε εκλιπαρώντας από τους άλλους να μας σώσουν.
Σε μια μάχη πράγματι άνιση και χωρίς να προβάλλουμε ίχνος σθεναρής συλλογικής αντίστασης, καταλήξαμε και αποδεχτήκαμε να παραδοθούμε.
Παραδινόμαστε λοιπόν .
Σηκώνοντας τα χέρια ψηλά και περιμένοντας το αύριο που θα μας φέρει το διαφορετικό.
Χωρίς να ξέρουμε αν αυτό θα μας επηρεάσει θετικά ή όχι. Απλά θα είναι αυτό που θα μας επιφέρει μια αλλαγή. Άλλωστε, η ιστορία μας έχει δείξει παραδειγματικά, πως πάντα οι λεπτομέρειες και τα μικροπράγματα είναι αυτά που κάνουν την διαφορά και προκαλούν ριζικές και ραγδαίες εξελίξεις.
Το αν θα αρκεστούμε σε μια τέτοια μπερδεμένη κατάσταση, ανάμεσα στην αδράνεια και στην ευκαιρία για «ζωή» που μας παρουσιάζεται, εξαρτάται από εμάς και μόνο.
Και τώρα τι κάνουμε;  
Θα πέσουμε πάλι στον φαύλο κύκλο της αδράνειας; Σ΄αυτή την «αβάσταχτη» παγίδα που μας κρατά σε απόσταση ασφάλειας από τον «τόπο του εγκλήματος»;
Δύσκολη η απόφαση.
Ίσως να μην έχουμε την εμπειρία, την κρίση, το θάρρος και το θράσος να διαλέξουμε αυτό που επιθυμούμε.
Ίσως να αρκεστούμε στα λίγα, σε αυτά που κατακτώνται δίχως πολύ κόπο και μας δίνουν την εντύπωση πως θα συνεχίσουμε να ζούμε.
Κυρίαρχα ερωτήματα όμως ζητούν απαντήσεις από όλους μας.
Θα εξακολουθήσουμε να υπηρετούμε τον φόβο ή θα αγωνιστούμε για κάτι καλύτερο;  
Θα επιλέξουμε ακόμη και τώρα να έρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο με όλες τις αντιξοότητες και τις συνθήκες που έχουν ως σκοπό να μας ρίξουν, να μας στραγγαλίσουν, να μας στερήσουν το οξυγόνο της ζωής.
Με λίγα λόγια, πρέπει να παλέψουμε, αρκεί να το θέλουμε.
Αυτό μάλλον είναι η ζωή.
Ένας διαρκής αγώνας επιβίωσης και διεκδίκησης του καλύτερου, των ύψιστων αγαθών και αξιών, των ιδανικών.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως πολλοί μιλούν για αυτά αλλά λίγοι τα κατέχουν. 

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Είμαστε και μένουμε στην ΥΠΑ, περιμένοντας την έκδοση των Προεδρικών Διαταγμάτων.



Το τελευταίο χρονικό διάστημα μας αποστέλλονται «ραβασάκια» μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθ΄υπέρβαση αρμοδιότητας και σχετικής εξουσιοδότησης, με τα οποία μας ζητούνται να δηλώσουμε αν επιθυμούμε να τοποθετηθούμε στην υπό σύσταση Αρχή της Πολιτικής Αεροπορίας ( Α.Π.Α).
Η βιασύνη για το όπως - όπως «κλείσιμο» της στελέχωσης της ΑΠΑ είναι πολύ ευδιάκριτη και συγχρόνως κινείται στα όρια της νομιμότητας.
Και τούτο διότι έπρεπε να γνωρίζουν οι ασκούντες διοίκηση και οι συν αυτώ ενορχηστρωτές αυτής της διαδικασίας ότι εκτός του ότι αυτό δεν αναφέρεται στον ψηφισθέντα νόμο, ο οποίος για να τεθεί σε ισχύ θα πρέπει να εκδοθεί το Προεδρικό Διάταγμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και μάλιστα σε χρόνο τριών μηνών από την ψήφιση του νόμου 4427/2016.
Ο χρόνος των τριών μηνών που έδιδε ως χρονικό όριο έναρξης ισχύος του νόμου, εξαντλήθηκε από τις 7 Ιανουαρίου 2017, όπερ σημαίνει ότι ο νόμος 4427/2016 δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ, διότι το άρθρο Άρθρο 81, προβλέπει ρητά «Η ισχύς των Κεφαλαίων Α' και Β' του παρόντος αρχίζει από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος που προβλέπεται στο άρθρο 66 και των υπολοίπων διατάξεων από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις τους». 
Η επίκληση της εφαρμογής του άρθρου 76 παρ. γγ σε ότι αφορά την κατανομή και την τοποθέτηση του προσωπικού στην ΑΠΑ και ΥΠΑ δεν είναι δυνατόν να γίνει πριν την ψήφιση του Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο θα καθορίσει τη στελέχωση, αρμοδιότητες, κατανομή και διάρθρωση του προσωπικού της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, καθώς και ζητήματα τοποθέτησης, μετάταξης, απόσπασης προσωπικού της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας.
Ως υπάλληλοι και σύμφωνα πάντα με το άρθρο 76 του νόμου 4427/2016, που υπηρετούμε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, διατηρούμε χωρίς καμία μεταβολή το υπηρεσιακό και μισθολογικό καθεστώς που μας διέπει και προσδοκούμε αλλά και ευελπιστούμε να αξιοποιηθούμε  αντικειμενικά, αξιολογικά και κυρίως αμερόληπτα στο σύνολό μας  για την κάλυψη των αναγκών τόσο της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας όσο και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας.
Κατά συνέπεια μένουμε στην Υπηρεσία που υπηρετούμε χρόνια τώρα με ευσυνειδησία και αποτελεσματικότητα και
κάθε άλλη αξίωση η οποία δεν είναι συμβατή με τον ψηφισθέντα νόμο,
κάθε άλλη απαίτηση η οποία δεν προβλέπεται από καμία υπηρεσιακή ή άλλη ρύθμιση
κάθε άλλη μεθόδευση προκειμένου να προλάβουν τον χρόνο, ο οποίος τρέχει αμείλικτα και φανερώνει την γύμνια και την ανεπάρκεια, δεν πρέπει να μας βρει συμμέτοχους και συνεργούς.

Και απαντώντας στο δεσμευτικό χρονικό όριο της δήλωσης «απαντάμε» με την στάση μας «Μένουμε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας»